Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΒΙΟΣ, ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΑΒΑΡΑΣ και η προσευχή της ΑΓΙΑΣ πριν αποκεφαλισθεί από τον πατέρα της (+ 4 Δεκεμβρίου).


ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ
(πριν αποκεφαλισθεί από τον δήμιο πατέρα της)


«Άναρχε Θεέ, ο ποιήσας τον ουρανόν ωσεί θόλον και θεμελιώσας την γήν επί των υδάτων' ο προστάσσων τον ήλιον να φωτίζει τον κόσμον όλον και τα νέφη να βρέχωσιν' ο χαρίζων τοσαύτα αγαθά εις δικαίους καί αμαρτωλούς καί ευεργετών καλούς και κακούς ως ανεξίκακος και πανάγαθος' αυτός και νυν, Βασιλεύ πλουσιόδωρε, επάκουσόν μου της δούλης σου δεομένης. Ναί Κύριέ μου, παρακαλώ σε εκ βάθους καρδίας μου, όστις μνημονεύει το Μαρτύριόν μου εις δόξαν του Αγίου σου Ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη εγγίση ουδέποτε εις τον οίκον αυτού λοιμώδης νόσος, ούτε λώβη, ούτε καμμία άλλη θανατηφόρος ασθένεια να λυπήση αυτόν και την οικογένειάν του. Διότι συ, Κύριέ μου, γινώσκεις το ασθενές των ανθρώπων, τους οποίους ηυδόκησας να πλάσης κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν ιδικήν σου».

ΠΗΓΗ: http://stratisandriotis.blogspot.com/2010/12/blog-post_03.html 


Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ


Η Αγία Βαρβάρα αποτελεί κόσμημα των μαρτύρων του 3ου αιώνα μ.Χ. Ο πατέρας της ήταν από τους πιο πλούσιους ειδωλολάτρες της Ηλιουπόλεως και ονομαζόταν Διόσκορος. Μοναχοκόρη η Βαρβάρα, διακρινόταν για την ομορφιά του σώματός της, την ευφυΐα και σωφροσύνη της.

Στη χριστιανική πίστη κατήχησε και είλκυσε τη Βαρβάρα μια ευσεβής χριστιανή γυναίκα. Τη ζωή της μέσα στο ειδωλολατρικό περιβάλλον η Βαρβάρα περνούσε «ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι» (Α' πρός Τιμόθεον, β' 2). Δηλαδή με κάθε ευσέβεια και σεμνότητα.

Όμως το γεγονός αυτό, δεν έμεινε για πολύ καιρό μυστικό. Ο Διόσκορος έμαθε ότι η κόρη του είναι χριστιανή και εκνευρισμένος διέταξε τον αυστηρό περιορισμό της. Αλλά η Βαρβάρα κατόρθωσε και δραπέτευσε. Ο πατέρας της τότε εξαπέλυσε άγριο κυνηγητό μέσα στις σπηλιές και τα δάση, όπου κρυβόταν η κόρη του. Τελικά, κατόρθωσε και τη συνέλαβε.

Ο άσπλαχνος και πωρωμένος ειδωλολάτρης πατέρας, παρέδωσε την κόρη του στον ηγεμόνα Μαρκιανό. Αυτός, αφού στην αρχή δεν κατόρθωσε με δελεαστικούς τρόπους να μεταβάλει την πίστη της, διέταξε και τη μαστίγωσαν ανελέητα. Κατόπιν τη φυλάκισε, αλλά μέσα εκεί ο Θεός θεράπευσε τις πληγές της Βαρβάρας και ενίσχυσε το θάρρος της. Τότε ο ηγεμόνας θέλησε να τη διαπομπεύσει δημόσια γυμνή. Αλλά ενώ έβγαζαν τα ρούχα της, άλλα ωραιότερα εμφανίζονταν στο σώμα της. Ο ηγεμόνας βλέποντας το θαύμα, διέταξε να αποκεφαλισθεί. Χωρίς καθυστέρηση, ο ίδιος ο κακούργος πατέρας της, ανέλαβε και την αποκεφάλισε. Την στιγμή όμως που είχε αποτελειώσει το έγκλημά του, έπεσε νεκρός χτυπημένος από κεραυνό κατά θεία δίκη.

Η Αγία Βαρβάρα ανακηρύχθηκε ως προστάτις Αγία του πυροβολικού (1828 μ.Χ.) και των ορυχείων.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.

Βαρβάραν τὴν Ἁγίαν τιμήσωμεν· 
ἐχθροῦ γὰρ τὰς παγίδας συνέτριψε, 
καὶ ὡς στρουθίον ἐῤῥύσθη ἐξ αὐτῶν,
βοηθείᾳ καὶ ὅπλῳ τοῦ Σταυροῦ ἡ πάνσεμνος.

ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΒΑΡΒΑΡΑΝ

Υπό Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου

Ευλογήσαντος του Ιερέως αρχόμεθα του ψαλμού
[Ψαλμός ΡΜΒ΄. 142.]

Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου. Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου, εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς, ως νεκρούς αιώνος, και ηκηδίασεν επ` εμέ το πνεύμά μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείρας μου, η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμά μου. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ` εμού, και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρω το έλεός σου, ότι επί σοί ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν, εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον. Δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι σύ ει ο Θεός μου. Το πνεύμά σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία, ένεκεν του ονόματός σου , Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου, και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου. Και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλός σου ειμί.

Ευθύς εις Ήχον δ’.
Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. (τετράκις)

Και τα τροπάρια. Ήχος ο αυτός.
Ο Υψωθείς εν τω Σταυρώ
Ως αθληφόρος ευκλεής του Σωτήρος, και των θαυμάτων ανεξάντλητος κρήνη, και βοηθός ημών εν περιστάσεσι, πρόφθασον και λύτρωσαι, λοιμικών νοσημάτων, και πάσης στενώσεως, και ανάγκης και βλάβης, τους αδιστάκτω πίστει και στοργή, εξαιτουμένους, Βαρβάρα, την χάριν σου.

Θεοτοκίον.
Ου σιωπήσωμεν ποτε Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι. Ειμή γαρ σύ προϊστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; Τις δε διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν Δέσποινα εκ σού. Σούς γαρ δούλους σώζεις αεί εκ παντοίων δεινών.

Είτα τον Ν’. Ψαλμόν.
Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνόν με από της ανομίας μου, και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός. Σοί μόνω ήμαρτον, και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε. Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου. Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου, και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, και το Πνεύμά σου το άγιον μη αντανέλης απ` εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου, και Πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ρύσαί με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου, αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου.Ότι, ει ηθέλησας θυσίαν έδωκα αν, ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Αρχόμεθα του κανόνος της Αγίας Βαρβάρας

Ωδή Α`. ΄Ηχος πλ.δ`. Υγράν διοδεύσας.
Ιάματα βλύζουσα κρουνηδόν, ψυχών θεραπεύεις, και σωμάτων πάθη δεινά, των πίστει και πόθω προσιόντων, Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, τη σκέπη σου.

Αθλήσεως μάρτυς ταις αστραπαίς, σκεδάζεις πνευμάτων, ακαθάρτων τον σκοτασμόν, και ρώσιν και χάριν και υγείαν, τοις εν νυκτί ανατέλλεις των θλίψεων.

Συνούσα αλήκτως τω ποιητή, απαύστως δυσώπει, παρρησία μαρτυρική, ημάς εκλυτρούσθαι Αθληφόρε, των εν τω βίω κινδύνων και θλίψεων.

Θεοτοκίον
Αφθόρως τεκούσα σωματικώς, τον πάντων Δεσπότην αφθαρτίζοντα τον Αδάμ, κεχαριτωμένη Θεοτόκε, φθοροποιών νοημάτων με λύτρωσαι.

Ωδή Γ`. Ουρανίας αψίδος.
Ιαμάτων την χάριν, παρά Χριστού είληφας, όθεν τας πολλάς μου οδύνας και τα συντρίμματα, μάρτυς θεράπευσον, και της ψυχής μου την λύπην, εις χαράν μετάβαλε, Βαρβάρα ένδοξε.

Μαρτυρίου την τρίβον, περιφανώς ήνυσας, όθεν προς οδόν την ευθείαν, ημάς κυβέρνησον, των εντολών του Θεού, εξ ατραπών απωλείας, τη προμηθεστάτη σου, Βαρβάρα χάριτι.

Ασθενείαις βαρείαις, και αλγεινοίς πάθεσι, δια παραπτώσεων πλήθος, δεινών ετάζομαι, όθεν κραυγάζω σοι, τον της οδύνης μου πόνον, κούφισον πανεύφημε, Θεία σου χάριτι.

Θεοτοκίον.
Ρυπωθείς τη κακία, το της ψυχής έσβεσα, κάλλος και ημαύρωσα Κόρη, πράττων τα άτοπα. Σύ ουν με λύτρωσαι, της πονηράς συνηθείας, και της μετανοίας μου, το φως ανάτειλον.

Διάσωσον Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, τους σούς οικέτας, πάσης βλάβης και νοσημάτων και θλίψεων, και τοις θερμώς σε καλούσιν αεί βοήθει.

Επίβλεψον εν ευμενεία πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Αίτησις και το Κάθισμα.

Ήχος Β`. Πρεσβεία θερμή.
Θαυμάτων πηγάς, Βαρβάρα αναβλύζουσα, προφθάνεις θερμώς, τους επιβοωμένους σου, το όνομα το άγιον, και διώκεις λοιμώδη νοσήματα, δια τούτο βοώμέν σοι σεμνή. Της τούτων ημάς ρύμης διάσωζε.

Ωδή Δ`. Εισακήκοα Κύριε.
Τας ενέδρας του δράκοντος, ας τεκταίνει μάρτυς καθ` ημών σύντριψον, τη ταχεία αντιλήψει σου, και της τούτου βλάβης ημάς απάλλαξον.

Υποπέσας ταις θλίψεσιν, ως παραπικράνας Χριστόν τον εύσπλαχνον, εκ καρδίας ανακράζω σοι. Λύσον ω Βαρβάρα, την αθυμίαν μου.

Σωτηρίαν εξαίτησαι, και αρρωστημάτων την απολύτρωσιν, και ειρήνην τε και έλεος, τοις σε ανυμνούσι, Βαρβάρα πάνσεμνε.

Θεοτοκίον.
Της ψυχής μου την κάκωσιν, ίασαι Παρθένε τη σή Χρηστότητι, και παθών με σκότους λύτρωσαι, τη φωτοχυσία της προνοίας σου.

Ωδή Ε`. Φώτισον ημάς.
Η Θεοειδής, αρωγή σου ημίν γένοιτο, ώσπερ αύρα εναψύξεως σεμνή, πειρασμών αποσβεννύουσα τον καύσονα.

Νόσων χαλεπών, και ποικίλων περιστάσεων, και δεινών επιβουλών και αναγκών, ανωτέρους, ω Βαρβάρα ημάς φύλαττε.

Σκέπη αρραγής, και προστάτις και αντίληψις, και θερμή προς τον Χριστόν καταλλαγή, ημίν έσο εν τω βίω καλλιπάρθενε.

Θεοτοκίον.
Ύψωσον ημάς την διάνοιαν, Πανάμωμε, εξ υλώδους προσπαθείας μοχθηράς, αγίας αναβάσεις Θείου έρωτος.

Ωδή στ`. Την δέησιν εκχεώ.
Νοσήματα χαλεπά και χρόνια, θεραπεύουσα τη σή προστασία, της τούτων βλάβης ημάς ανωτέρους, Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα διάσωζε, και πρέσβευε τω Ποιητή, των πταισμάτων ημίν δούναι άφεσιν.

Την δέησιν της ψυχής μου πρόσδεξαι, ως θυμίαμα ευώδες Βαρβάρα, και δυσωδίας παθών ακαθάρτων, την μολυνθείσαν καρδίαν μου κάθαρον, και του νοός μου τας πολλάς, εκτροπάς επανόρθωσον δέομαι.

Ρυσθήναί με των εν βίω θλίψεων, και παντοίων αναγκών και κινδύνων, και ψυχικής αθυμίας και λύπης, τον προσιόντα θερμώς τη πρεσβεία σου, τον σόν Νυμφίον Ιησούν, εκδυσώπει Βαρβάρα εκάστοτε.

Θεοτοκίον.
Ιάτρευσον την νοσούσαν ψυχήν μου, μυστική επισκοπή σου Παρθένε, και τας του σώματος παύσον οδύνας, και των πταισμάτων μοι δώρησαι άφεσιν. Σύ γαρ προστάτις μου θερμή, και εν σοί πεποιθώς διασώζομαι.

Διάσωσον Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα τους σούς οικέτας, πάσης βλάβης και νοσημάτων και θλίψεων, και τοις θερμώς σε καλούσιν αεί βοήθει.

Άχραντε, η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως, επ` εσχάτων των
ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αίτησις και το Κοντάκιον.

Ήχος Β`. Τοις των αιμάτων σου.
Θαυματουργίαις πολλαίς διαλάμπουσα, των νοσημάτων εξαίρεις τον καύσονα, και την υγείαν βραβεύεις τοις πάσχουσι, Παρθενομάρτυς Βαρβάρα εκάστοτε, διο σου την χάριν κηρύττομεν.

Προκείμενον.
πομνων πμεινα τν Κριον, κα προσσχε μοι.
Στίχος· Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού.

Εκ του κατά Μάρκον ( Ε’. 24-34 ).
Τω καιρώ εκείνω, ηκολούθει τω Ιησού όχλος πολύς και συνέθλιβον αυτόν. Και γυνή τις ούσα εν ρύσει αίματος, έτη δώδεκα, και πολλά παθούσα υπό πολλών ιατρών, και δαπανήσασα τα παρ` εαυτής πάντα, και μηδέν ωφεληθείσα, αλλά μάλλον εις το χείρον ελθούσα, ακούσασα περί του Ιησού, ελθούσα εν τω όχλω όπισθεν, ήψατο του ιματίου αυτού. Έλεγε γαρ εν εαυτή, ότι καν των ιματίων αυτού άψωμαι, σωθήσομαι. Και ευθέως εξηράνθη η πηγή του αίματος αυτής, και έγνω τω σώματι, ότι ίαται από της μάστιγος. Και ευθέως ο Ιησούς επιγνούς την εαυτώ την εξ αυτού δύναμιν εξελθούσαν, επιστραφείς εν τω όχλω, έλεγε: Τις μου ήψατο των ιματίων; Και έλεγον αυτώ οι μαθηταί αυτού. Βλέπεις τον όχλον συνθλίβοντά σε και λέγεις, τις μου ήψατο; Και περιεβλέπετο ιδείν την τούτο ποιήσασαν. Η δε γυνή φοβηθείσα και τρέμουσα, ειδυία ο γέγονεν επ` αυτή, ήλθε και προσέπεσεν αυτώ, και είπεν αυτώ πάσαν την αλήθειαν. Ο δε είπεν αυτή: Θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε, ύπαγε εις ειρήνην, και ίσθι υγιής από της μάστιγός σου.

Δόξα. Ταις της αθληφόρου…

Και νυν. Ταις της Θεοτόκου.

Προσόμοιον.
Ήχος πλ. β`. Όλην αποθέμενοι

Στίχος. Ελέησόν με ο Θεός…

Νύμφη πανακήρατος, του Βασιλέως της δόξης, παρθενία λάμπουσα, και στερράς αθλήσεως τοις παλαίσμασιν, αληθώς πέφηνας, Βαρβάρα Θεόφρον, δια τούτο σού δεόμεθα, πάσης στενώσεως και επηρειών του αλάστορος, λυμαντικών παθήσεων, και φθοροποιών τε μολύνσεων, αβλαβείς συντήρει, ημάς τους προσιόντας σοι πιστώς, και την θερμήν σου βοήθειαν, αιτούντας εκάστοτε.

Ωδή ζ`. Οι εκ της Ιουδαίας.
Βοηθούσα μη παύση, τοις εν πόνοις τελούσι και περιστάσεσι, και ρώσιν και υγείαν, και άφεσιν πταισμάτων, τη πρεσβεία σου νέμουσα, Βαρβάρα νύμφη Χριστού, τοις σε υμνολογούσι.

Ηδοθείσά σοι χάρις, υπέρ ήλιον πάσι της προστασίας σου, απλούσα τας ακτίνας, παθών την σκοτομήνην, και δεινών την επίλυσιν, διασκεδάζει αεί, Βαρβάρα καλλιμάρτυς.

Νεκρωθείς τη κακία, αρρωστήμασι πλείστοις νυν κατατρύχομαι, αλλ` ω Μεγαλομάρτυς,επίφανον υψόθεν, την θερμήν σου αντίληψιν, και των πολλών μου κακών, ρυσθήσομαι εν τάχει.

Μολυσμών ακαθάρτων, και παθών ανιάτων, ημάς απάλλαξον, χαράν και ευφροσύνην, και πάσαν αφθονίαν, των καλών πρυτανεύουσα, Βαρβάρα νύμφη Χριστού, τοις σε ανευφημούσι.

Θεοτοκίον
Ομβροφόρε νεφέλη, τον σωτήριον όμβρον σύ υετίσασα, κατάρδευσον τον νούν μου, αϋλοτάτοις ρείθροις μητρικής σου χρηστότητος, ευλογημένη Αγνή, ίνα σε μεγαλύνω.

Ωδή Η`. Τον Βασιλέα.
Ύδασι θείοις , της σής λαμπράς προμηθείας, των παθών ημών ατάσβεσον την φλόγα, ίνα σε τιμώμεν Βαρβάρα Αθληφόρε.

Γενού μοι Μάρτυς, καταφυγή εν ανάγκαις, αντίληψις εν λυπηροίς του βίου, και εν τοις κινδύνοις, προπύργιον Βαρβάρα.

Έχουσα Μάρτυς, πλουσίαν χάριν Θεόθεν, ενεργείς αεί εν θαύμασιν ιάσεις, και δεινών εξαίρεις ημάς τους σούς οικέτας.

Ρείθροις αϋλοις, των δωρημάτων σου Μάρτυς, εναπόπλυνον τα έλκη της ψυχής μου, και υγείαν δός μοι τω πάσχοντι αθλίως.

Θεοτοκίον
Αγνή Παρθένε, καθάγνισον την ψυχήν μου, και καταύγασον τον νουν μου τη σή δόξη, ως αν εκτινάξω τον κάρον της απάτης.

Ωδή Θ`. Κυρίως Θεοτόκον.
Σωμάτων ασθενείας, και τας καχεξίας, τας ανιάτους ιάσαι εκάστοτε, των προσιόντων Βαρβάρα τη προστασία σου.

Ισχύν την του Βελίαρ, θραύσον Αθληφόρε, την καθ` ημών κινουμένην και αίτησαι, την των πταισμάτων Βαρβάρα ημίν συγχώρησιν.

Μεγίστη σου η χάρις, πάντας γαρ προφθάνεις, τους προσφωνούντας την κλησίν σου ένδοξε, και βοηθείας ορέγεις χείρα τοις πάσχουσι.

Οδόν με προς ευθείαν, έλκυσον Βαρβάρα, εκ των βαράθρων της πλάνης και σύντριψον, την κατ` εμού του δολίου μανίαν δέομαι.

Θεοτοκίον.
Υψίστου Θείε Θρόνε, Κεχαριτωμένη, από κοπρίας παθών με ανύψωσον, προς αρετών αναβάσεις τη σή χρηστότητι.

Άξιόν έστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την Αειμακάριστον και Παναμώμητον, και Μητέρα του Θεού ημών. Την Τιμιωτέραν των Χερουβείμ, και Ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν.

Ο Ιερεύς θυμιά το Άγιον Θυσιαστήριον, τας Αγίας Εικόνας, και τον λαόν,
ή τον οίκον όπου ψάλλεται η παράκλησις και ημείς ψάλλομεν
τα παρόντα μεγαλυνάρια.

Χαίροις Αθληφόρε πανευκλεής, παρθένων η δόξα και Μαρτύρων η καλλονή. Χαίροις ιαμάτων, η πολυχεύμων κρήνη, Βαρβάρα του Σωτήρος νύμφη περίδοξε.

Άνθος πανευώδες και ευθαλές, εκ ρίζης φυείσα ακανθώδους της εν Χριστώ, οσμής διαπνέεις, την ευωδίαν κόσμω, αθλήσεως αγώσιν ω καλλιπάρθενε.

Του πατρός λυπούσα το ασεβές, νύμφη ανεδείχθης του Σωτήρος περικαλλής, και αυτή ως προίκα πολύολβον προσάγεις, αθλήσεως τους πόνους Βαρβάρα ένδοξε.

Ώραν παριδούσα νεανικήν, και πλούτον και δόξαν καταλείψασα ως φθαρτά, τον Χριστόν εξ όλης ηγάπησας καρδίας, και τούτω προσηνέχθης στερροίς παλαίσμασι.

Πάθη θεραπεύουσα χαλεπά, εξαίρετον χάριν, εκομίσω παρά Χριστού, τας λοιμώδεις νόσους, ελαύνειν ανενδότως, εξ ων ημάς της λώβης Βαρβάρα φύλαττε.

Πας τις ο προστρέχων τω σώ Ναώ, κομίζεται τάχος τα αιτήματα συμπαθώς. Όθεν ημών δέχου Βαρβάρα τας δεήσεις, και πλήρου τας αιτήσεις εκδυσωπούμέν σε.

Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι άγιοι πάντες μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς.

Το τρισάγιον.

Το Απολυτίκιον Ήχος δ’.
Βαρβάραν την αγίαν τιμήσωμεν, εχθρού γαρ τας παγίδας συνέτριψε, και ως στρουθίον ερρύσθη εξ αυτών, βοηθεία και όπλω του Σταυρού η πάνσεμνος.

Είτα εκτενής και απόλυσις, μεθ` ην το εξής·
 Ότε εκ του ξύλου.
Μάρτυς Αθληφόρε του Χριστού, ένδοξε Βαρβάρα Θεόφρον, αξιοθαύμαστε, πάσης περιστάσεως, δεινής απάλλαξον, και κινδύνων και θλίψεων, των επερχομένων, τους την σήν αντίληψιν, επιζητούντας θερμώς. Σύ γαρ βοηθός εν ανάγκαις, και προς τον Χριστόν μεσιτεία, πέλεις των πιστώς ανευφημούντων σε.

Δίστιχον.
Βαρβάρα, Γεράσιμον τον σε υμνούντα
Πάσης οδύνης εκλύτρωσαι εν τάχει.



ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ

Κοντάκιον. Προς το· Τη Υπερμάχω Στρατηγώ.

Την Χριστομάρτυρα πιστοί, και νύμφην άσπιλον,
Την καλλιπάρθενον ομού, και αειπάρθενον,
Ύμνοις στέψωμεν Βαρβάραν την Αθληφόρον,
Ως λυτρουμένην λοιμικού παντός νοσήματος,
Τους εν εικόνι τη αυτή πόθω προσπίπτοντας,
Και κραυγάζοντας·

Χαίροις Κόρη Θεόνυμφε.

Άγγελοι εν τοις άνω, και βροτοί εν τοις κάτω, υμνείν σε προς αξίαν Βαρβάραν, οι μεν, αϋλωτάταις ηδοναίς, οι δε, εν υλαίοις φωναίς μη σθένοντες, γηθόμενοι θαμβούμεθα, βοώντες εκτενώς σοι ώδε·
Χαίρε δι ης η Τριάς εκλάμπει·
Χαίρε δι ης η παλλάς εκλείπει.
Χαίρε η θεολογήσα την Τριάδα τω φωτί·
Χαίρε, κρήνην προθεσπίσασα, ιαμάτων τω λουτρώ.
Χαίρε, ότι ηράσθη, η Τριάς του σου κάλλους·
Χαίρε, ότι προσήχθης, καθαρά τη Τριάδι.
Χαίρε ιλύν, δυάδος συρρίξασα·
Χαίρε αυγή, Τριάδος κηρύξασα.
Χαίρε δι ης, ο Σταυρός εκτυπούται·
Χαίρε δι ης, ο εχθρός εκμειούται·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Βλέπουσα εν Ρωσσία, ευσεβώς η Δακία, το σον παρθενικόν αγνή σκήνος, και των παραδόξων το σμήνος, ύμνοις σε και ούτως ευλαβώς γεραίρουσι, μεθ ημών αυτών θεολογούντες, άσμα το τρισύνθεον·

Αλληλούϊα

Γνώσιν άγνωσον γνώναι, τον γενέτην ποθούσα, Βαρβάρα εβόα τοις τεχνίταις, τρίτην θυρίδα εκ δυείν, επιτεχνάσθαι τω βαλανείω βούλομαι` ίνα πας τις βλέπων το φώς του φωτοδότου λέγη ούτω·
Χαίρε φωτός, της Τριάδος κήρυξ·
Χαίρε πασών, γενναιών η κύλιξ.
Χαίρε ιαμάτων, η πηγή η αένναος·
Χαίρε ανιάτων νοσούντων συνούλωσις.
Χαίρε κάλλος το απόθετον, μύρον το εκκενωθέν·
Χαίρε ευανθής παράδεισος, και χαρίτων ο λειμών.
Χαίρε σεμνή Βαρβάρα, νικηφόρε Παρθένε·
Χαίρε εκλελεγμένη, πάγκαλλε του Χριστού Νύμφη.
Χαίρε το φως, Τριάδος η βλέψασα·
Χαίρε το πυρ, της πλάνης η σβέσασα.
Χαίρε σοφών, των τα θεία σεμνείον·
Χαίρε πατρός, ασεβούς ιερείον·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Δυνάμει της Τριάδος, ανδρωθέν σου τω θήλυ, εν τω φρικωδεστάτω σταδίω, διασκοπούσα Ιουλιανή, και αυτή ανάπτεται προς τα όμοια, και ανύει το μακάριον άθλον, μετά σου βοώντα·

Αλληλούϊα

Έχουσα η Ρωσσία, σου το δέμας το θείον, αναγράφει σοι τους χαριστηρίους` σην δε κάραν πλουτούντες ημίν, πως ουχί τοις αυτοίς καταστέψωμεν, και μέλεσιν ως βέλεσι βάλωμεν τον Βελίαρ τοις δε·
Χαίρε του Αδάμ ευανθής πτόρθος·
Χαίρε της Εύας απαθές άνθος.
Χαίρε τον Σταυρόν, τη χειρί εκολάψασα·
Χαίρε τον αυτώ, τανυθέντα δοξάσασα.
Χαίρε πνεύματα ελαύνουσα ολεθρεύοντα ημάς·
Χαίρε χεύματα ομβρίζουσα, των θαυμάτων δαψιλώς.
Χαίρε ευτονωτέρα, και χαλκού και σιδήρου·
Χαίρε τιμιωτέρα, και χρυσού και σαπφείρου.
Χαίρε Θεού, ελαία χρυσόκλωνος·
Χαίρε λοιμού εξώλειαν λύουσα.
Χαίρε θυμού, του Θεού η γαλήνη·
Χαίρε ημών, προς Θεόν η ειρήνη·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Ζάλην και τρικυμίαν, και οργήν τε και θλίψιν, θεηλάτως ημάς μαστιγούντα, και ζέοντα καθ` ημάς, και εκ δότους ποιούντα ολετήρσι πνεύμασι, κατευνάζεις ευιλατε, και άπαντας προτρέπεις μέλπειν·

Αλληλούϊα

Ήκουσαν οι τεχνίται, της θεηγόρου Κόρης, και τρίτην προστιθείσι θυρίδα, του τριλαμπούς φωτός εις τύπον, Πατρός, Υιού, και Αγίου Πνεύματος` παρ ου οι φωτισθέντες βοώμεν προς αυτήν τοιαύτα·
Χαίρε φωτός, τριφεγγούς θυγάτηρ·
Χαίρε ψυχών φωτοδόχων φάος.
Χαίρε, του Πατρός, και Υιού το ανάκτορον·
Χαίρε ω σεπτόν, Παρακλήτου αλάβαστρον.
Χαίρε, ότι θεοδίδακτος, ρητορεύεις το τριττόν·
Χαίρε, ότι ακατάπληκτος, μένεις εν τοις πειρασμοίς.
Χαίρε η θεηγόρος, και Παρθένος, και Μάρτυς·
Χαίρε η στεφηφόρος, αληθής και κατ άμφω.
Χαίρε τερπνόν, της Εώας αγλάϊσμα·
Χαίρε λαμπρόν, Ευρώπης θυσαύρισμα.
Χαίρε δι ης, εκποδών κακός πότμος·
Χαίρε δι ης, προθεσμία εφείται·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Θεορρήμον Βαρβάρα, του Θεανθρώπου Λόγου θέσει θυγάτηρ χρηματίζεις. Διό και απαθανατίζεις πάντας, τους θεοπρεπώς σοι προσθέοντας, θανάτου θνητού και αθανάτου λυτρουμένη, και βοώντας·

Αλληλούϊα

Ίδον των ουρανίων, υπερκόσμιοι νόες, τον φύσαντα χειρί παιδοκτόνω, εκμανέντα τοιαύτα παιδί, και ούτω ξέοντα αφειδώς, και σπαράττοντα θηρός τρόπου, και ως ήδιστα αυτή έκραξαν·
Χαίρε οίον σώμα, εκδούσα ταις μάστιξι·
Χαίρε δι αγάπην παθούσα Νυμφίου σου.
Χαίρε σχέσιν η την πάτριον, παριδούσα εν χαρά·
Χαίρε γήθεν προς ουράνια, ενδημούσα καθαρά.
Χαίρε χαιρόντων Αγγέλων, τη ση καρτερία·
Χαίρε κλαιόντων δαιμόνων, τη σφων αυτών ήττοι.
Χαίρε ψευδή, την πλάνην η δείξασα·
Χαίρε αγνή, σφραγίδα τηρήσασα.
χαίρε αυλων τερπνήν ευωχία·
χαίρε Χριστού θαυμαστή ευωδία·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Κάκιστε ω ποιμένων, οίαν Θεού αμνάδαν, προσπίνεις συ τω λύκω τεκόντι; Πως ουχ είλεσε δείλαιε, οίκτος τοιαύτης παιδός και έλεος; Ρύσαι ημάς Χριστέ, θηριωδίας, τους ειδότας ψάλλειν·

Αλληλούϊα

Λάμπεις εν τη εσπέρα, δύσα κατά την Εώα` ηγλάϊσας γαρ ταύτην σπαργάνοις, και κατήστραψας πάλαι ημάς, απολαύοντας σου των καλών Πάναγνε, θαυμάτων και λειψάνων των όλβων, και βοώντας τοιαύτα·
Χαίρε το κάλλος της παρθενίας·
Χαίρε το κάρφος το της πελείας.
Χαίρε την πατρώαν μανίαν μη δείσασα·
Χαίρε την εώον βλακείαν μισήσασα.
Χαίρε σώματος ευγένειαν, παραδούσα αικισμοίς·
Χαίρε άνθος της νεότητος, και της ώρας την ακμήν.
Χαίρε εξ ακανθώδους, εκφυέν ρίζης ρόδον·
Χαίρε άθλων ο στάχυς, βρίθων καρπόν ωραίον.
Χαίρε σεμνών, παρθένων οψώνιον·
Χαίρε ψυχών, αγνών το οσφράδιον.
Χαίρε λοιμόν, ημών αποσοβούσα·
Χαίρε θυμόν, Θεού εξιλεούσα·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Μάστιγος λυμαιώνος, του παρόντος αιώνος, και δυσμενούς του απατεώνος, απαλλάξαις ταις σαις θεοδέκτοις λιταίς, πάντας τους προσιόντας σοι εκ πόθου, και μεταχωρούντας προς βίον βελτίω κράζει·

Αλληλούία

Νέαν Θέκλαν ορώσα, η πρωτόαθλος Θέκλα, δεξαμένην σχισθείσαν την πέτραν, τερατουργήσαντος του Χριστού, και τηρήσαντος σε, ώσπερ ανέπαφον, πατρός λυσσώδους επιβολής, νεύμασιν αθεάτοις εκρότει ταύτα·
Χαίρε ο νάρδος Χριστού νυμφίος·
Χαίρε περιστερά η του Νώε.
Χαίρε το αμήχανον, κάλλος ποθήσασα·
Χαίρε διαρρέουσαν, δόξαν πατήσασα.
Χαίρε η αναπληρώσασα την θυσίαν Ισαάκ·
Χαίρε φύντα η τεφρώσασα, τον Βελίου Αβραάμ.
Χαίρε τη παντευχία, του Σταυρού φραξαμένη·
Χαίρε αυτοχειρία, πατρική τεθυμένη.
Χαίρε αμνάς, Χριστού η αμίαντος·
Χαίρε μητρός, αυτού η αντίδοτος.
Χαίρε αγνών, νεανίδων γενναία·
Χαίρε υπέρ, την σοφήν Αβιγαίανω·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Ξένον θέαμα βλέπω· τεμνομένων μαστών σου, τον νουν εις τους ουρανούς ανέσχες` ούτως άρα ο υπερουράνιος, σαρκοφόρος ώφθη επί γης άνθρωπος, ίνα σε γενναιόφρον, ουρανόφρονα δείξη, μελωδούσαν·

Αλληλούϊα

Όλη ει η πλησίον, ως καλή, ως ωραία, και μώμος εν σοι όλως ουκ έστι, και τω νυμφώνα χοροβατείς του σου ωραίου Νυμφίου, συν ταις φρονίμοις φρονίμη Παρθένε νεάνισιν, παρ’ ων ακούεις οία·
Χαίρε αγνείας, εύοσμον κρίνον·
Χαίρε μανίας, πατρικής κρείττων.
Χαίρε Παρθενίας, Αγγέλων διάγραμμα·
Χαίρε αφθορίας, Παρθένων το άγαλμα.
Χαίρε, συ γαρ τον Νυμφίον σου, επεπόθησας Χριστόν·
Χαίρε, συ γαρ την λαμπάδα σου διηυτρέπισας φαιδρώς.
Χαίρε απενεχθείσα, τω Βασιλεί παρθένος·
Χαίρε προεκλεθείσα, εις την οσμήν του μύρου.
Χαίρε αμνάς, το έριον βάψασα·
Χαίρε λαμπάς, ελαίω η άψασα.
Χαίρε δραχμή, ην Θεός σαρκί εύρε·
Χαίρε κοινή, ηδονή των Αγγέλωνω·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Που πριμαίνεις Νυμφίε; Τετρωμένη τω πόθω, εβόα εν σταδίω η Μάρτυς, τας γαρ νιφάδας των αικισμών, ησυχή φέρουσα, τέμνετε, ξέετε, έλεγεν· ήδιστα ειμί προς τον Νυμφίον σου, ίνα ψάλλω συν Αγγέλοις·

Αλληλούϊα

Ρώμην την υπέρ φύσιν, της Βαρβάρας ορώσα, ακατάλληλον θηλεία φύσει, βαβαί προς αθεάτως ήσθη, η φιλοπαρθενομάρτυς μητρόθεος βοώσα ούτω·
Χαίρε θεοτερπές θείον θαύμα·
Χαίρε το εθελόθυτον θύμα.
Χαίρε θεομάχων, θεότευκτον θέριστρον·
Χαίρε αθειας, θεόκλητον θήρατρον.
Χαίρε άνθος παρθενόφυτον, τη αθλήσει φοινιχθέν·
Χαίρε κάλλος το απόθετον εν θεάτρω θεοθέν.
Χαίρε θεοσοφία, θανατούσα δυσθέους·
Χαίρε θεηγορία, θέλγουσα φιλοθέους.
Χαίρε δι ης, Θεός θάττον πείθεται·
Χαίρε δι ης, Θεός τεθαυμάστωται.
Χαίρε θεοειδών άθλων η θέα·
Χαίρε Θεώ θέουσα θεοφρόνως·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Συνήγορον κεκτημένη, του Θεού την μητέρα, την αφθορίας πανταιτίαν· την μεσίτιν Θεού και ημών, την πανάφθορον όντως, ω άφθορε, απανέστης της φύσεως λαθούσα, και αυτή βοώσα·

Αλληλούϊα

Τριάδα των θυρίδων ω Βαρβάρα Παρθένε, ανειπούσα το λουτρόν φωτίζειν, μυστικόν εδήλωσας λουτρόν, τη παμφαεστάτη Τριάδι λαμπόμενον, και ψυχάς καθαίρον πάντων, ους Τριάς διήγειρε βοάν σοι·
Χαίρε των Αθλοφόρων η δόξα·
Χαίρε των θεολόγων η μούσα.
Χαίρε απειλαίς, και βασάνοις μη είξασα·
Χαίρε τα δεσμά, προσπαθείας η ρήξασα.
Χαίρε, ότι συ εξέπληξας, τάξεις τα Αγγελικάς·
Χαίρε, ότι συ διέρρηξας, του δολίου τας πλοκάς.
Χαίρε η εισελθούσα, του Νυμφίου τους γάμους·
Χαίρε απολαβούσα, παρ Αυτού τους στεφάνους.
Χαίρε σατάν, τους λόχους νοήσασα·
Χαίρε σαρκός, Σταυρώ αφειδήσασα.
Χαίρε Τριάς, εν η χαίρει ως νύμφη·
Χαίρε μονάς, ην εδόξασε μόνη·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Ύψος των εγκωμίων, υπερβέβηκεν όντως, η δόξα της παρθένου σου Σώτερ` την πίστιν δε ημών προσιέμενος, αντιμετρήσειας την αντίδοσιν, ολβιοδότα φιλάνθρωπε, τοις κακουμένοις ημίν και βοώσιν·

Αλληλούϊα

Φωτεινή σε εσθητί, φωτοφόρως φαιδρύνει, Άγγελος διά Χριστόν περιδυθείσαν, και ώσπερ νύμφην περιφανή, της αφθαρσίας στολήν αμφιέννυσιν, αποτινάξας σου της σαρκός το πάχος, και φωνών σοι ταύτα·
Χαίρε εκστάσα τη αλλοιώσει·
Χαίρε παθούσα, απαθώς πάθος.
Χαίρε παλαιόν, αποδύσα τον άνθρωπον·
Χαίρε τον καινόν, ενδυθείσα Θεάνθρωπον.
Χαίρε ότι το μακάριον, τέλος έτλης ανδρικώς·
Χαίρε, ότι διάδημα, έχεις το μαρτυρικόν.
Χαίρε πεποικιλμένη, στίγμασι μαρτυρίου·
Χαίρε περικειμένη, στέφει αμαραντίνω.
Χαίρε Θεού, φωνής η αυτήκοος·
Χαίρε στοργής, αυτού η εχέγγυος.
Χαίρε τω σω συναφθείσα Νυμφίω·
Χαίρε φωτί καταστράπτουσα δόξης·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Χελιδών ως ωραία, τρίζουσα εν σταδίω, συν Ιουλιανή αηδόνι, διέδρας τον τηρέα πατέρα, αποπτάσα προς τον ουράνιον Νυμφίον, τον πολυέραστον, ότι μέλη μέλπεις ούτως·

Αλληλούϊα

Ψάλλουσι σου τους άθλους, των Αγίων χορείαι, ως έβλεψαν ωραϊσμένην, παρθενικώς και μαρτυρικώς, και θαμβηθέντες πάντες ηγαλλιάσαντο, εκρότησαν, ευφήμησαν, ανύμνησαν βοώντες ταύτα·
Χαίρε το έαρ της αφθαρσίας·
Χαίρε το έαρ της ευσεβείας.
Χαίρε τρυγών, η ωραία του άσματος·
Χαίρε σταγών, αποστάζουσα χάριτος.
Χαίρε δόξαν αδιάδοχον, έχουσα εν ουρανώ·
Χαίρε φρόνημα ανάλωτον, δούσα μόνω τω Χριστώ.
Χαίρε στάσα προς πάλην, του εχθρού ερρωμένη·
Χαίρε, ω των ερώτων, Χριστόν νυμφευσαμένη.
Χαίρε δι ης ησχύνθη ο βάσκανος·
Χαίρε δι ης κατήργηται βάσανος.
Χαίρε των σων υμνητών ευκληρία·
Χαίρε παθών, λοιμικών σωτηρία·

Χαίρε Κόρη Θεόνυμφε

Ω Παρθένε και Μάρτυς ω Θεού Λόγου Νύμφη· παρθένων και μαρτύρων το άνθος· κεκτημένη παρρησίαν οίαν, προς την πανυπερύμνητον Άνασσαν, υπέρ ημών Αυτήν απέργασαι ίλεων, των βοώντων·

Αλληλούϊα




3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΑΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΡΕΣΒΕΥΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ ΥΜΩΝ

Ανώνυμος είπε...

AS EHOMAI TIN EVLOGIA TOU THEOU DIA PREZVION TIS THAVMATOURGIS AGIAS VARVARAS ETOUTES TIS DISKOLES WRES.....







Ανώνυμος είπε...

AS EHOME OLOI EVLOGIA THEOU DIA PRESVION TIS THAVMATOURGIS AGIAS VARVARAS TOUTES TIS DISKOLES WRES

Δημοσίευση σχολίου